Τηλέφωνο: 2261 032773
  • el

Η εκτίμηση της ποιότητας του βαμβακιού και οι παράγοντες που την καθορίζουν

Του Δημήτρη Λεωνιδάκη (Γεωπόνος)

Η ποιότητα του βαμβακιού είναι έννοια που καθορίζεται διαφορετικά για τον κάθε ενδιαφερόμενο και εκτιμάται με διαφορετικούς τρόπους. Άλλα είναι τα χαρακτηριστικά που ενδιαφέρουν τον εκκοκκιστή (κυτίο, μήκος ίνας, micronaire) και άλλα αυτά που ενδιαφέρουν τα κλωστουργία (αντοχή, λεπτότητα , ομοιομορφία, χρώμα , neps).

Η τελική διαμόρφωση της ποιότητας του βαμβακιού είναι αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης διαφόρων παραγόντων όπως της ποικιλίας που καθορίζει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ίνας, του περιβάλλοντος, των καλλιεργητικών τεχνικών και των μεταχειρίσεων που υφίσταται από τη συγκομιδή έως και την νηματοποίηση. Έτσι η αντικειμενική εκτίμηση της ποιότητας του βαμβακιού δεν είναι εύκολη υπόθεση. Οι παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα διακρίνονται σε εσωγενείς με κυριότερο εκφραστή την καλλιεργούμενη ποικιλία και εξωγενείς οπού ανήκει το περιβάλλον και οι μεταχειρίσεις τόσο στον αγρό όσο και στα διάφορα στάδια κατεργασίας του σύσπορου ή της ίνας.

Η επίδραση της ποικιλίας

Η ποικιλία είναι πιο σημαντικός παράγοντας που ξεχωρίζει ένα προϊόν υψηλής ποιότητας και αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για την παραγωγή ποιοτικού βαμβακιού. Η γενετική σύνθεση της ποικιλίας και η φυσιολογική λειτουργία της ανάπτυξης των ινών στο φυτό καθορίζουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους πριν καν ανοίξει το καρύδι.
Χαρακτηριστικά όπως η λεπτότητα των ινών καθώς το μήκος της ίνας και η επιμήκυνση ελέγχονται σχεδόν αποκλειστικά από το γονιδίωμα της κάθε ποικιλίας. Η ωριμότητα και η αντοχή της ίνας είναι χαρακτηριστικά που ως ένα βαθμό ελέγχονται από την ποικιλία και διαμορφώνονται από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον.
Άλλα χαρακτηριστικά που ελέγχονται από την ποικιλία και είναι καθοριστικά για την ποιότητα του βαμβακιού είναι τα ποσοστά των neps και των μη κυτταρινούχων συστατικών (κυρίως των κηρών).

Η επίδραση του περιβάλλοντος

Εξίσου σημαντικός με το ρόλο του γενετικού υλικού είναι και η επιρροή του περιβάλλοντος στην τελική διαμόρφωση της ποιότητας του βαμβακιού. Μπορεί μια ποικιλία να έχει το γενετικό υλικό για να δημιουργήσει ποιοτικό βαμβάκι αλλά το περιβάλλον να μην του επιτρέπει να εκφράσει τις ιδιότητες του αυτές.
Συνθήκες στρες είτε από υπερβολικά ψηλές θερμοκρασίες είτε από έλλειψη νερού ή απαραίτητων θρεπτικών συστατικών ιδιαίτερα στο στάδιο που αναπτύσσεται το μήκος της ίνας μπορεί να επηρεάσει αρνητικά σε αυτό.
Βροχερός καιρός κατά την άνθηση μπορεί να προκαλέσει ατελή γονιμοποίηση με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τα λεγόμενα ψοφάκια (motes). Αν οι αρδεύσεις σταματήσουν νωρίς ή λόγω μυκητολογικών ή εντομολογικών προσβολών προκληθεί πρόωρη αποφύλωση στο φυτό, αυτό δεν θα μπορέσει να συνθέσει κυτταρίνη με αποτέλεσμα την συγκομιδή ανώριμης ίνας με χαμηλό micronaire.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του βαμβακιού που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της ποιότητας του είναι:

  1. κυτίο ή βαθμός εκκοκκισμένου,
  2. μήκος και ομοιομορφία ινών,
  3. λεπτότητα και ωριμότητα ινών
  4. αντοχή και επιμήκυνση των ινών κατά τη θραύση
  5. η περιεκτικότητα σε neps.

Αναλυτικά

1. Το κυτίο ή βαθμός (Grade)
Το κυτίο προσδιορίζεται από το χρώμα, τις ξένες ύλες και την ποιότητα εκκοκισμού που επηρεάζει την εμφάνιση του. Η μέτρηση του γίνεται με το HVI και το AFIS.

Οι κατηγορίες βαμβακιού που αναγνωρίζονται με βάση το χρώμα είναι πέντε:
(α) λευκό (white),
(β) στιχτό (spotted),
(γ) ελαφρά χρωματισμένο (tinged),
(δ) κιτρινισμένο (yellow stained) και
(ε) σταχτί (gray).

Για το λευκό βαμβάκι υπάρχουν 7 τύποι, που αντιστοιχούν σε 7 κλάσεις ή κυτία ποιότητας. Μικρότερο κυτίο υποδηλώνει καλύτερη ποιότητα βαμβακιού.
Ο χρωματισμός επηρεάζεται πέρα από τα γενετικά του χαρακτηριστικά και από εξωγενείς παράγοντες όπως οι συνθήκες συγκομιδής του σύσπορου βαμβακιού, τις διάφορες εντομολογικές ή μυκητολογικές προσβολές καθώς επίσης και από τις συνθήκες αποθήκευσης του βαμβακιού. Το χρώμα καθορίζεται από δύο στοιχεία, τη λαμπρότητα (lightness), η οποία εκφράζεται ως ποσοστό αντανακλαστικότατης του φωτός (%Rd) και τη κιτρινάδα (yellowness), η οποία εκφράζεται σε τιμές της κλίμακας Hunter που μετατρέπονται αυτόματα στις ισοδύναμες τιμές του χρωματικού κυτίου. Οι ξένες ύλες περιλαμβάνουν τμήματα ενδοσπερμίου, τεμάχια φύλλων κτλ.
Η κακή ποιότητα εκκοκκισμένου συντελεί στο σπάσιμο των ινών και στη δημιουργία κόμβων (neps), οι οποίοι δυσκολεύουν τη νηματοποίηση και αυξάνουν τις απώλειες (φύρα) σε ίνες. Η παραμονή άγονων ωαρίων ή άωρων σπόρων (ψοφάκια ή motes) στο εκκοκκισμένο επιφέρει τα ίδια αρνητικά αποτελέσματα με τους κόμβους.

2. Μήκος και ομοιομορφία ινών
Το μήκος ίνας είναι ποσοτικό γενετικό χαρακτηριστικό της ποικιλίας αν και επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες του περιβάλλοντος όπως η θερμοκρασία , η εδαφική υγρασία καθώς επίσης και η θρεπτική κατάσταση της φυτείας.
Η μέτρηση του γίνεται με διάφορους τρόπους από τους οποίους ο επικρατέστερος και ποιο ακριβής σήμερα είναι το μήκος του ινογράφου ή HVI. Το μήκος των διαφόρων ειδών και ποικιλιών στο βαμβάκι κυμαίνεται από 18-37 mm. Οι Ελληνικές ποικιλίες δίνουν μήκος ίνας από 25-30 mm. Το μήκος ίνας χαρακτηρίζει την κλωσιμότητα ενός βαμβακιού. Η ομοιομορφία του μήκους ίνας αναφέρεται στη σχέση του μέσου μήκους προς το ανώτερο μήκος με όποιον τρόπο και αν μετρηθεί.
Μεγαλύτερη ομοιομορφία δεν σημαίνει απαραίτητα και καλύτερης βαμβάκι γιατί αυτό εξαρτάται από την χρήση του νήματος. Σίγουρα όμως αυξημένη ομοιομορφία σημαίνει μεγαλύτερη αντοχή και καλύτερο χρωματισμό του νήματος.

3. Λεπτότητα και ωριμότητα (Micronaire)
Η λεπτότητα του βαμβακιού μπορεί να οριστεί είτε ως μάζα ανά μονάδα μήκους της ίνας (gravimetric fitness ) είτε ως βιολογική λεπτότητα (biological fitness) και καθορίζεται από την περίμετρο ή τη διάμετρο της ίνας και το πάχος των τοιχωμάτων της . Πρόκειται για το πιο σταθερό ποικιλιακό χαρακτηριστικό και δεν επηρεάζεται από περιβαλλοντικούς παράγοντες Η λεπτότητα της ίνας επηρεάζει την λεπτότητα και την αντοχή του νήματος καθώς επίσης την γυαλάδα και την απορρόφηση της βαφής.
Η ωριμότητα της ίνας αναφέρεται στην ανάπτυξη του δευτερογενούς τοιχώματος αυτής και εξαρτάται κυρίως από διάφορους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Κάθε παράγοντας που επηρεάζει την θρέψη του φυτού έχει και άμεση επίδραση στην εναπόθεση κυτταρίνης και την δημιουργία δευτερογενούς τοιχώματος. Ξηρασία και χαμηλές θερμοκρασίες επιβραδύνουν την εναπόθεση δευτερογενούς τοιχώματος ενώ αντίθετα υψηλότερες θερμοκρασίες μπορεί να δημιουργήσουν παχύτερα τοιχώματα εφόσον το νερό και τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά δεν είναι περιοριστικοί παράγοντες
Υπάρχουν διάφοροι μέθοδοι μέτρησης και εκτίμησης της λεπτότητας και της ωριμότητας της ίνας. Οι μέθοδοι αυτοί διακρίνονται σε άμεσοι και έμμεσοι και αφορούν και τα 2 χαρακτηριστικά είτε το καθένα ξεχωριστά. Ο πιο σύγχρονος τρόπος προσδιορισμού της λεπτότητας και της ωριμότητας της ίνας γίνεται το AFIS. Η μέτρηση στηρίζεται στο φως που αντανακλά κάθε ίνα και μετριούνται όλες οι διαστάσεις της δηλαδή η περίμετρος, η διατομή, η λεπτότητα, η ωριμότητα και συγχρόνως υπολογίζεται το ποσοστό των ανώριμων ινών.
Ο ποιο γνωστός όμως και διαδεδομένος τρόπος προσδιορισμού της ωριμότητας της ίνας που είναι το micronaire. Ο τρόπος αυτός χρησιμοποιείται ευρύτατα τις τελευταίες δεκαετίες για την εκτίμηση της ωριμότητας και αντιστοιχεί στην αντίσταση που προβάλει στη ροή του αέρα συγκεκριμένης πίεσης δείγμα βαμβακιού ορισμένου βάρους το οποίο πιέζεται σε χώρο σταθερών διαστάσεων.
Σε βαμβάκια τύπου Upland το Micronaire κυμαίνεται μεταξύ 3,5 και 5 ενώ η ελάχιστη τιμή του για να θεωρείται ένα βαμβάκι κλώσιμο είναι 3,40. Το Ελληνικό βαμβάκι έχει πολλές φορές χαμηλή τιμή micronaire ανεξάρτητα της ποικιλίας που χρησιμοποιείται και αυτό λόγω του ότι η χώρα μας βρίσκεται στα όρια της ζώνης καλλιέργειας . Αυτό σημαίνει μικρότερη βλαστική περίοδο άρα και οι ίνες δεν προλαβαίνουν να ωριμάσουν. Μείωση του micronaire επίσης μπορεί να προκαλέσουν και άλλοι παράγοντες που υποβαθμίζουν την ποιότητα όπως: προσβολές εντόμων και ασθενειών, έλλειψη νερού, πρώιμη αποφύλλωση κ.α.
Η ωριμότητα της ίνας παίζει ουσιαστικό ρόλο στον καθορισμό της κλωστικής αξίας του βαμβακιού καθώς ο βαθμός ωριμότητας επηρεάζει την κλωσιμότητα καθώς και την ομοιομορφία της ίνας . Τα βαμβάκια με μεγάλο ποσοστό ανώριµων ινών είναι ανεπιθύμητα στην υφαντουργία.

4. Αντοχή και επιμήκυνση των ινών κατά τη θραύση
Η αντοχή της ίνας είναι σημαντικό τεχνολογικό χαρακτηριστικό και επηρεάζει την αντοχή του νήματος. Καθορίζεται από τη ποικιλία και την ωριμότητα της ίνας. Η αντοχή του νήματος επηρεάζεται επίσης από το μήκος, τη λεπτότητα και τη ελαστικότητα των ινών
Η επιμήκυνση εκφράζεται ως ποσοστό του αρχικού μήκους της ίνας. Μετράται συγχρόνως με την αντοχή και είναι εξίσου σημαντικός παράγοντας γιατί είναι επιθυμητός ο άριστος συνδυασμός αντοχής και επιμήκυνσης. Είναι επιθυμητός ο μεγάλος βαθμός τόσο της αντοχής όσος και της επιμήκυνσης αφού όσο μεγαλύτερος είναι τόσο καλύτερη η συμπεριφορά της ίνας στην κλώση.

5. περιεκτικότητα σε neps
Τα neps (fibre neps) είναι ίνες βαμβακιού οι οποίες έχουν μπλεχτεί μεταξύ τους ή μαζί με άλλες ίνες, κατά την διάρκεια της εκκόκισης ή της κλώσης με αποτέλεσμα να σχηματίζεται ένας μικρός “κόμπος” με διάμετρο αρκετά μεγαλύτερη από αυτή της ίνας.
Αυτός ο ορισμός αφορά τα neps, τα οποία αποτελούνται αποκλειστικά από ίνες και διαφοροποιούνται από αυτά που αποτελούνται μεν από ίνες αλλά αυτές μπλέκονται μεταξύ τους γύρω από τεμαχίδια ξένης ύλης. Επίσης, και αυτή η διευκρίνηση είναι εξίσου σημαντική, ο παραπάνω ορισμός αφορά τα neps στο εκκοκκισμένο βαμβάκι και όχι στο νήμα, στο οποίο και χρησιμοποιούμε τον όρο αυτό.
Τα neps δεν υπάρχουν ή υπάρχουν σε ελάχιστο βαθμό στις ίνες του βαμβακιού μέσα στα καρύδια, και δημιουργούνται σταδιακά με τις καταπονήσεις που υφίσταται η ίνα στα διάφορα στάδια διαχείρισης και κατεργασίας του βαμβακιού.

Παράγοντες που επηρεάζουν την δημιουργία τους είναι η καλλιεργούμενη ποικιλία του βαμβακιού, η ωριμότητα της ίνας, η μηχανοσυλλογή που όταν γίνεται χωρίς να έχει προηγηθεί καλή αποφύλλωση, σε βαμβάκι με υψηλή υγρασία και από κακοσυντηρημένες μηχανές, καταπονεί ιδιαίτερα τις ίνες, Σημαντικός ίσως και πιο καθοριστικός παράγοντας για την δημιουργία των neps είναι εκκόκκιση, πάντοτε ανάλογα με τις ιδιότητες της ίνας αλλά και με την προσοχή με την οποία γίνεται. Ένας σοβαρός αριθμός παραμέτρων που αφορούν τα χαρακτηριστικά της εκκοκκιστικής μηχανής , τις παραμέτρους της διεργασίας ακόμα και των χημικών που χρησιμοποιούνται κατά την αποχνόωση και τον καθαρισμό της ίνας έχει σημασία για τον τελικό αριθμό neps που αποκτά το βαμβάκι αμέσως μετά την απομάκρυνση των σπόρων.

Τα προβλήματα που δημιουργούνται από την παρουσία των neps στην κλωστοϋφαντουργία είναι δυο: 1o) Εάν τα neps αποτελούνται κατά κύριο λόγο από ώριμες ίνες, τότε η δημιουργία τους επηρεάζει την ομοιομορφία των παραγόμενων νημάτων και στη συνέχεια των υφασμάτων, καθώς αυτά τα συσσωματώματα ινών είναι εμφανή στην επιφάνεια τους. 2o) Εάν αυτά αποτελούνται από ανώριμες ίνες, τότε εκτός από τα παραπάνω προβλήματα, δημιουργείται και πρόβλημα στη βαφή. Το αποτέλεσμα της ύπαρξης αυτών των neps είναι η εμφάνιση «λευκών σημείων» στο βαμμένο ύφασμα καθώς οι ανώριμες ίνες του συσσωματώματος δεν έχουν επαρκή ποσότητα κυτταρίνης για να απορροφήσουν τη βαφή.
‘Όπως έχει ήδη αναφερθεί τα ποιοτικά χαρακτηριστικά καθορίζονται γενετικά από την ποικιλία που θα καλλιεργηθεί και διαμορφώνονται τελικά από διάφορες επιδράσεις του περιβάλλοντος και των διαφόρων διαχειρίσεων στα στάδια της εκκόκκισης και της νηματοποίησης. Η επιλογή της ποικιλίας λοιπόν είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας και παράλληλα το πρώτο βήμα για την παραγωγή βαμβακιού υψηλής ποιότητας.
Θα πρέπει να προτιμώνται ποικιλίες βαμβακιού που ικανοποιούν τις ποιοτικές προδιαγραφές της αγοράς (βλ. πίνακα 1).

Η συμμόρφωση προς τις ανωτέρω ποιοτικές προδιαγραφές υφίσταται όταν το προϊόν:
(α) κατηγοριοποιείται από κυτίο 1 έως 5,
(β) περιέχει μέγιστη υγρασία 10% και (γ)περιέχει ξένες ύλες μέχρι 3%.

Πίνακας 1. Επιθυμητές τιμές ποιοτικών χαρακτηριστικών

Ποιοτικά χαρακτηριστικά

Επιθυμητές τιμές

Απόδοση σε ίνα (ποσοτικός συντελεστής)

>33%

Αντανακλαστικότητα (RD)

Υψηλή >74

Κιτρινάδα (+b)

Χαμηλή

Colour grade (CG)

Σχέση Rd-td: 41-1

Mic (Micronaire) Λεπτότητα-Ωρίμανση

3,8-4,5

Αντοχή ίνας (Strength)

>29 gr/tex.

Μήκος ίνας (Length)

>28,5 mm

Ελαστικότητα (ELG)

Υψηλή

Ομοιομορφία (Uniformity)

Υψηλή: 84

Ποσοστό κοντών ινών (S.F.I.)

Χαμηλό < 12,5%

Κλείνοντας θα πρέπει να τονιστεί ότι στις νέες συνθήκες που δημιουργεί η παγκοσμιοποίηση της αγοράς αλλά και οι επικείμενες αλλαγές στο καθεστώς των κοινοτικών επιδοτήσεων, οι προοπτικές της καλλιέργειας στην χώρα μας σχετίζονται άμεσα με την ποιότητα και την παραγωγικότητα του βαμβακιού.
Η παραγωγικότητα και η ποιότητα του τελικού προϊόντος είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους και αποτελούν τη μόνη ελπιδοφόρα προοπτική για το βαμβάκι ώστε αυτό να ενισχύσει την θέση του στο διαρκώς εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό.
Για την αναβάθμιση του προϊόντος είναι ανάγκη να γίνει άμεσα αντιληπτό ότι τα συμφέροντα των αγροτών, των εκκοκκιστών αλλά και των κλωστοϋφαντουργών δεν είναι συγκρουόμενα αλλά συνεργατικά και ότι η σημασία παραγωγής ποιοτικού βαμβακιού αλλά και της διαφύλαξης της ποιότητας σε όλα τα στάδια από το χωράφι μέχρι το εκκοκκιστήριο και το νηματουργείο είναι υποχρέωση όλων.

Πηγή: FARMABLOG

Ετικέτες:

Σχολιάστε